<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\x3d6653848\x26blogName\x3dLes+soucis+graves\x26publishMode\x3dPUBLISH_MODE_BLOGSPOT\x26navbarType\x3dSILVER\x26layoutType\x3dCLASSIC\x26searchRoot\x3dhttp://lessoucisgraves.blogspot.com/search\x26blogLocale\x3del\x26v\x3d2\x26homepageUrl\x3dhttp://lessoucisgraves.blogspot.com/\x26vt\x3d-231987818664759897', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>

Τετάρτη, Ιουνίου 01, 2005

«αλμυρό μαργαριτάρι, αίμα του καλοκαιριού…»

Μπορώ πλέον να λέω με άνεση ότι η προοπτική των πόθων, παρελθοντικών και μελλούμενων, με πανικοβάλλει. Οι πολύπλοκες, νυχτερινές συλλογιστικές για τους προσωπικούς μου τοίχους μ’ έχουν εξαντλήσει, υπάρχουν, ξέρεις, κι άλλοι άνθρωποι σε αυτόν τον κόσμο, κοριτσάκι, έξω από εσένα.

Βλέπω πάλι εκείνο το άγριο κύμα να έρχεται κατά πάνω μου δίχως τίποτε και κανέναν στ’ ανάμεσό μας να το ημερέψει πριν σκάσει στο σώμα μου.

Γράφω αυτές τις μέρες με πολύ σκληρό μολύβι, 8H. Γραμμή αχνή που αύριο θα ‘χει σβηστεί. Ο μυικός πόνος στον δεξιό αγκώνα μου θυμίζει νυχτέρια άλλων καιρών που τα χρόνια τα ταπείνωσαν χωρίς καμία δυσκολία. Τα γράμματά μου αύριο θα ‘χουν σβηστεί αλλά η γραφή θα έχει μείνει σκαλισμένη στα επόμενα φύλλα, ανάγλυφη. Αν ποτέ θελήσεις να τη σκιάσεις, ρίχνεις πάνω λίγο τριμμένο κάρβουνο, πασαλείβεις τη σελίδα κι εμφανίζεται κάθε παλιά κουβέντα. Ακριβώς όπως εγώ. Ταπεινωμένη. Χωρίς να με νοιάζει.

«Δίχως να με νοιάζει με τα πόδια μου γυμνά
στη λεωφόρο που όλοι σπάζουνε γυαλιά,
στη λεωφόρο που όλοι σπάνε τον καθρέφτη τους γυαλιά
και περιμένουν.»

Κι εγώ περιμένω. Εκείνο το κύμα.
Δεν το προσμένω δηλαδή, αλλά θα με χτυπήσει,
διακόπτω την πορεία του, δε γίνεται αλλιώς.
Μάθε τη γλώσσα της σιωπής κι έλα πες μου «καλό καλοκαίρι».