<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\x3d6653848\x26blogName\x3dLes+soucis+graves\x26publishMode\x3dPUBLISH_MODE_BLOGSPOT\x26navbarType\x3dSILVER\x26layoutType\x3dCLASSIC\x26searchRoot\x3dhttp://lessoucisgraves.blogspot.com/search\x26blogLocale\x3del\x26v\x3d2\x26homepageUrl\x3dhttp://lessoucisgraves.blogspot.com/\x26vt\x3d-231987818664759897', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>

Παρασκευή, Μαΐου 06, 2005

στο τραπέζι που τα πίνω λείπει το ποτήρι σου…

Εξαιρετικά συχνά βλέπω στον ύπνο μου πως με κάποιον άγνωστο τρόπο έχω χάσει τα παπούτσια μου και τα γυρεύω ξυπόλυτη όλο αγωνία στο δρόμο.
Το πρωί στεκόμουν μπροστά στο παράθυρο και χάζευα ένα μονάχα μικρό κομμάτι γκρίζου δρόμου να σπάει το συνολικό πράσινο-μπλε διακριτικά και γλυκά, σχεδόν ναζιάρικα.
Είχα θεωρήσει ότι είχαμε ηττηθεί πατριωτικά όταν η Αθηνά πρέσβευε περήφανα ότι η θάλασσά τους εκεί κάτω είναι πράσινη, μα ώρα έχω στα μάτια μου ξεκάθαρο το μωβ από τα δικά μας βουνά. Κάτι τέτοιο αν το είχα αντιτάξει βέβαια τότε, ο αγών θα ήτο ισόπαλος.
Δε βαριέσαι....
Όταν κοσμοκαλογερεύεις στο χωριό-ΣΧΕΔΟΝ πάντα- σου λείπει εκείνο το γυμνό ρεύμα ωμής αλήθειας που ξεκληρίζει από μέσα σου τη χλόη της ηρεμίας. Εκεί οι αλήθειες είναι απλές και μεγάλες και διακριτικές και, ως τέτοιες, κάθε άλλο παρά παρά φύσει. Μπορείς να λουφάξεις έξω από τα νερά σου, να κουρνιάσεις σ' ένα κόσμο που δε θα διαρκέσει πολύ, να εξετάσεις πού πατάς και πού βρίσκεσαι ή πού δε βρίσκεσαι με όλη την άνεση που σου δίνει αυτή ακριβώς η παράμετρος. Όλα αυτά στο περίπου φυσικά.
Θέλω να πω, όλα αυτά είναι μια απλή εντύπωση, κάτι που ανατρέπεται σε μερικά χιλιόμετρα από τον Άγιο Παντελεήμονα ως το Άργος. Θέλω να πω πως ο λυγμός της μάνας μου έχει το χρώμα του κεριού της Μεγάλης Πέμπτης και ότι οι άνθρωποι δεν έχουν τη δύναμη να χωρίσουν, αν δεν μπορούν να πάψουν την πνοή τους.
Είπα: «όχι, το μπλοκάκι τ' άφησα στην Αθήνα.»
Απόψε προσπαθώ να συγκεντρώσω την προσοχή μου, ώστε με όλη μου την ουσία να συλλάβω την απόγνωση, ώστε να νιώσω τον πόνο γνήσια και καθαρά. Αν δεν αναλωνόμουν σ' αυτήν την εγωπαθή και αυτιστική διαδικασία, ίσως να είχα μες στα χέρια μου δυο- τρεις διεξόδους, που μετά βέβαια θα αποδείχνονταν αδιέξοδες, προς γνησιοτέρα και αναμφιβόλως ανόθευτη απόγνωση, but what the hell, μια χαρά τα καταφέρνω κι έτσι.
Κάποτε ήταν ένα κορίτσι που έβλεπε παντού αντιστοιχίες κι όλο νόμιζε πως κάποιος του κάνει πλάκα. Πίστευε πως ήταν για κάποιον το ίδιο ακριβώς που ήταν ένα άλλο κορίτσι για κάποιον άλλον,
Εκείνος ο κάποιος - ο πρώτος - είχε τη δική του ζωή και το δικό του ίσκιο. Είχε μεγαλώσει σ' ένα σπίτι σ' ένα χωριό με καπνά και κουβαλούσε τη μοναξιά του άντρα που παραπατάει ένα ζεϊμπέκικο ή κλαίει ένα τραγούδι για τη μάνα του.
Εκείνη, πάλι, θα 'θελε όλη η ζωή να ήταν μια βόλτα μ'ένα πορτοκαλί μηχανάκι και αποκοιμιόταν τα βράδια μ'έναν βουβό καημό, που δεν έμελλε ν' ακουμπήσει τον απέραντο χρόνο της στα πόδια του, και την έτρωγε το μαράζι που δεν έραψε ποτέ τις κουρτίνες του σπιτιού τους.
Μακάρι να'ξερα πιο πολλά, να'λεγα πιο λίγα, να ψιθύριζα περισσότερα, να είχα παραλείψει να επισημάνω πόσο πονάω, να μπορούσα να στ'αραδιάσω όλα και να 'χαν νόημα και να σ'ημέρευαν, να μην ήσουν τόσο ξένος και να σε ήξερα και να σε έβρισκα και να σου σκούπιζα τα μάτια.
Ένα ζευγάρι σκουριασμένες χειροπέδες.
Όχι στα χέρια μόνο.
Τρεις μοίρες είπαμε;
Τζάμπα το πήγα τ'αμάξι στο συνεργείο....
_____________
είμαι η σκιά μιας γυναίκας που κάποτε ερωτεύτηκες παράφορα.

3 Comments:

Παρασκευή, Μαΐου 06, 2005 8:05:00 μ.μ., Anonymous feelgood είπε...

Πολύ όμορφα τα ταξίδια που μας χαρίζεις. Γδέρνουν τις μνήμες μας μ αυτό που μένει δεν είναι πόνος, μονάχα ένα βαθυ κόκκινο, να θυμίζει πως ήταν κάποτε το αίμα...

 
Σάββατο, Μαΐου 07, 2005 2:42:00 μ.μ., Anonymous Ανώνυμος είπε...

Έχουμε όλοι δύο ζωές:
Την αληθινή,αυτήν που ονειρευόμαστε στα παιδικάτα μας,
και που εξακολουθούμε να ονειρευόμαστε,ως ενήλικες,πνιγμένη στην ομίχλη.
Την ψεύτικη,αυτήν που μοιραζόμαστε με τους άλλους,την πρακτική ζωή,
την ωφέλιμη ζωή,
αυτήν που τερματίζουμε στο φέρετρο.
F.Pesoa

 
Σάββατο, Μαΐου 07, 2005 5:03:00 μ.μ., Anonymous Ανώνυμος είπε...

Kάθε βράδυ φυτεύω το ίδιο όνειρο.Σε μια αυλή που δεν έχει βρύση για να ποτιστεί.Μέχρι το επόμενο πρωί μαραίνεται.Ξέρεις,δε με πειράζει τόσο για τα όνειρο,αλλά για την αυλή που έχει απομείνει σκέτο τσιμέντο.Ούτε άσπρο,ούτε μαύρο.Γκρί.Σαν τη σκιά της γυναίκας που δεν ερωτεύτηκες.Τη σκιά μου.

 

Δημοσίευση σχολίου

<< Home