<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\x3d6653848\x26blogName\x3dLes+soucis+graves\x26publishMode\x3dPUBLISH_MODE_BLOGSPOT\x26navbarType\x3dSILVER\x26layoutType\x3dCLASSIC\x26searchRoot\x3dhttp://lessoucisgraves.blogspot.com/search\x26blogLocale\x3del\x26v\x3d2\x26homepageUrl\x3dhttp://lessoucisgraves.blogspot.com/\x26vt\x3d-231987818664759897', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>

Πέμπτη, Μαΐου 10, 2007

"πάρε με παραδουλάκι μες στον καφενέ..."

Ένας τύπος κοπανάει τα πλήκτρα ανελέητα. Εντάξει, δεν ξέρω αν είναι τύπος, μπορεί να είναι και τύπισσα. Δε λέει. Book I. Never mind, let’s move to book II. Μια πρώιμη σκέψη περιμένει το χρόνο της να πέσει στο χώμα. Με το αριστερό χέρι μεγάλους κύκλους από μέσα προς τα έξω, επαναληπτικά. Κι αριστερόστροφα. Υπάρχει πρόβλημα με τον εκτυπωτή. Anklettes are more... more… πώς το λέτε εσείς εδώ, γιατί έχω ξεχάσει πώς το λέμε εμείς εκεί. Το παράθυρό μου στη βιβλιοθήκη έχει θέα έναν κατάμαυρο σωλήνα πακτωμένο πάνω στο μπετονένιο πεζούλι κι ύστερα αμέτρητα πευκάκια που φυλλομετρούν το πράσινο. Θα μπορούσα να μείνω εδώ. Αν είχα ίσως μια κούπα καφέ. Κάποιοι από αυτούς που έρχονται σ’ αυτό το μέρος μοιράζονται τον ίδιο φόβο. Τους βλέπω, δειλιάζουν να σηκώσουν το βλέμμα. Ιμπρεσσιονιστές σου λέει μετά, άμα αρχίσουν να κοπανάνε όλοι ίδιοι είναι, σου σπάνε το στήθος, τί τους νοιάζει. Έβαψα τα χέρια μου με μελάνη. Θα ‘λεγε κανείς πως αυτός ο τόπος χωρίς τα τραγικά συναπαντήματα και τις συνακόλουθες κοινωνικές τυπικότητες είναι υποφερτότερος. Το μεσημέρι βούτηξα τα χέρια μου στο μαύρο. Και το βράδυ πάλι το ίδιο έκανα. Μπορώ να αρχίσω να γράφω με eyeliner και να βάφω τα μάτια μου με πέννα. La Fille aux cheveux de lin. Άκου κάτι πράγματα. Θέλω να μείνω σ’ έναν από αυτούς τους δρόμους που τους διασχίζει παράλληλα με τον άξονά τους ηλεκτροφόρο καλώδιο με κίτρινες κρεμασμένες λάμπες. Ο τυπάκος απέναντί μου δε σηκώνει κεφάλι, αφοσιωμένος, δεν τον βλέπω καλά, μεσολαβούν κατοπτρικά κάτι τζάμια και εντείνουν την απόσταση. Συλλογίζομαι πόσο πολύ με μπερδεύουν τα κάτοπτρα. Θέλω σχεδόν ζαλισμένη από το ποτό, με κόμπους λυμένους και δισταγμούς προσγειωμένους στα επίπεδα του φυσιολογικά απαλλαγμένου από τον εξαντλητικό ψυχαναγκασμό, να αγγίζω τους ανθρώπους στα μπράτσα και στους ώμους. Και να τους φιλάω. Μα θέλει πρώτα να μάθω. Με γυμνά χέρια, ει δε μη, καθόλου.