<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\x3d6653848\x26blogName\x3dLes+soucis+graves\x26publishMode\x3dPUBLISH_MODE_BLOGSPOT\x26navbarType\x3dSILVER\x26layoutType\x3dCLASSIC\x26searchRoot\x3dhttp://lessoucisgraves.blogspot.com/search\x26blogLocale\x3del\x26v\x3d2\x26homepageUrl\x3dhttp://lessoucisgraves.blogspot.com/\x26vt\x3d-231987818664759897', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>

Τετάρτη, Ιανουαρίου 19, 2005

"Ένα μικρό κορίτσι, ανύποπτα, νυχτώθηκε άξαφνα μέσα στη λύπη."

Το κορίτσι με τους μαύρους κύκλους κάθε νύχτα πολεμούσε με το πάπλωμά του και κάθε πρωί έχανε τη μάχη με τα βλέφαρα που δεν ξεκολλούσαν απ'τη σκουριά.
Τα μεσημέρια που άνοιγε τα πατζούρια και έλεγε καλημέρα, οι γειτόνισσες που ετοίμαζαν το φαί και περίμεναν τα παιδιά να γυρίσουν απ’ το σχολείο την κοιτούσαν με μισό μάτι. Εκείνη όμως μετά από τόσα χρόνια ήταν ακόμη παιδί και παιδιά δεν είχε. Είχε ένα βράδυ σκεφτεί να κλέψει ένα μικρό μωρό από εκείνον τον άντρα που κοιμότανε πλάι της, αλλά αυτός ξύπνησε και της ζήτησε αντάλλαγμα το κεφαλομάντηλό της! Εκείνη σφράγισε τα χείλη με αποτροπιασμό και γενναιότητα, σα να ‘χε μόλις δοκιμάσει σοκολατάκι με αλκοολική γέμιση που της βίασε τον ουρανίσκο κι έτσι έφυγε, χωρίς κουβέντα και χωρίς παιδί. Είχε λογαριάσει πως θα έπαιρνε το παιδί και θα παίρνανε αγκαλιά τα βουνά, αλλά δεν τα ‘φερε έτσι ο καιρός. Αργότερα, όταν σ’ ένα της όνειρο κάποιος της είπε ότι δεν κάτεχε να ζει δίχως θάλασσα,πολύ χάρηκε γι’ αυτό . Πολύ αργότερα κάποιος στον ξύπνιο της, για να την εκδικηθεί που ήταν ακόμη παιδί, της πέταξε στα μούτρα ότι πουθενά δε θα μπορούσε να πάει, αν δεν είχε τίποτα δικό της στα χέρια.Χωρίς ναύλα? Πού να πάει? Το μάλλινο το πάπλωμα, το προικιό της γιαγιάς δε μετρούσε. Το ‘ξεραν όλοι αυτό.
Για τον καιρό όμως, γι’ αυτόν τον άνεμο, κανείς δεν ήξερε τίποτα, όσο κι αν ρώτησε.

2 Comments:

Παρασκευή, Ιανουαρίου 21, 2005 10:32:00 μ.μ., Anonymous Ανώνυμος είπε...

Κλαίς,κοριτσάκι,γιατί κλαίς;*(

 
Δευτέρα, Ιανουαρίου 24, 2005 3:15:00 μ.μ., Blogger Areth είπε...

"μ'έκλεισαν σε μοναστήρι.."

 

Δημοσίευση σχολίου

<< Home