<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\x3d6653848\x26blogName\x3dLes+soucis+graves\x26publishMode\x3dPUBLISH_MODE_BLOGSPOT\x26navbarType\x3dSILVER\x26layoutType\x3dCLASSIC\x26searchRoot\x3dhttp://lessoucisgraves.blogspot.com/search\x26blogLocale\x3del\x26v\x3d2\x26homepageUrl\x3dhttp://lessoucisgraves.blogspot.com/\x26vt\x3d-231987818664759897', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>

Δευτέρα, Οκτωβρίου 23, 2006

"κάθε βράδυ βγαίνω να πνιγώ..."

καμιά φορά και τα πρωινά.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 19, 2006

"είναι το φιλμ αρνητικό κι ένας μονάχος παίζει..."

Έχω προσπεράσει της διαφωνίες του Anthony που φοβάται να μείνει στο κενό ανάμεσα στη ζωή και το πουθενά. Συνεχώς περνούν ασθενοφόρα με τις σειρήνες τους αναμμένες. Δεν ξέρω τί να σκεφτώ.
Φεύγω και δε με ακολουθεί τίποτα. Ούτε βλέμμα ούτε άνθρωπος. Θα κατέβω τις σκάλες, θα βγάλω εισιτήριο, θα μείνω για κλάσματα του δευτερολέπτου μετέωρη και θα κάνω μεταβολή. Δε θα μπω στο τραίνο. Θα περπατήσω και θα αρχίσει να βρέχει. Θα χαθώ για λίγο στο Κουκάκι, μέσα στα στενά του, που θα ‘χουν μόλις βραδιάσει, ίσαμε που να βγει μπροστά μου η Ακρόπολη.

[Όταν σκέφτεσαι, περπατάς γρήγορα και σκοντάφτεις στο δρόμο πάνω σε πράγματα που δεν προλαβαίνεις να δεις.]

Ύστερα θα πάρω το γνωστό δρόμο με τα πολύβουα καφέ, χωρίς ν’ ακούω άχνα, με το φόβο πως, αν κάποιος με σκουντήσει για να μάθει την ώρα, θα χάσω την ισορροπία μου, θα σωριαστώ και δε θα ‘ναι κανείς να με βοηθήσει να σταθώ στα πόδια μου.
Υπάρχουν άνθρωποι που, αν αποφάσιζαν να ρωτήσουν, θα μάθαιναν τα πάντα για μένα, υπάρχουν άλλοι που τα ξέρουν χωρίς να ρωτήσουν, υπάρχουν κι εκείνοι που δε θα μάθουν ακόμη κι αν καλωδιωθούν με τη σκέψη μου. Δεν προσπαθώ να πω κάτι με όλα αυτά έξω από αυτά τα ίδια. Μόνο που δεν ξέρω τι να σκεφτώ. Ξοδεύω χρόνο σα να ‘τανε φθηνός και σα να ‘τανε δικός μου. Στο τραίνο το βλέμμα του άντρα που στέκεται απέναντι με κάνει να νιώσω άβολα, δεν αισθάνομαι όμορφη. Δεν είμαι, αλλά, κυριότερα, δεν αισθάνομαι.
Με γυρεύεις στο τηλέφωνο θυμωμένος που δε με βρίσκεις, που η ζωή μου δεν είναι διάπλατα ανοιγμένη για να μπεις και να κάνεις το κέφι σου, δηλαδή που έτσι έχω καταφέρει,ευτυχώς, να σε κάνω να νομίζεις.
Μυρίζω το παλιό μου άρωμα, μυρωδιά από σάρκα, μισό δαχτυλάκι allure του chanel, θυμάμαι που μου ‘λεγες να μην το φοράω όταν βρισκόμαστε γιατί μετά μύριζες ολόκληρος, τα παπούτσια του χορού που αγόρασα σήμερα μου φαίνονται τελείως ανώφελα, το μυαλό μου βραχυκύκλωσε. Δεν ξέρω τι να σκεφτώ. Όλες οι έξοδοι μοιάζουν φραγμένες, τα τηλέφωνα χτυπούν, η μάνα μου ντρέπεται για μένα κι εγώ αυτό πρέπει κάπως να το αντιμετωπίσω λογικά.
Ξεκινάω το ροκ μυθιστόρημα τέταρτη φορά, αν κάποτε γράψω κάτι θέλω να εκδοθεί σε τέτοιο χαρτί και με αυτή τη γραμματοσειρά, η φωνή του Χορν στο «ηθοποιός σήμαινει φως» μου θυμίζει έντονα τη φωνή του Κώστα, ακόμη και το πικρό γέλιο, κάποιος πρέπει να γιορτάζει εδώ στα κοντά, κάποιον πίκρανα ξεχνώντας να κάνω ένα τηλεφώνημα, μου ανεβαίνει ο πυρετός, το πεντάγραμμο και η διαφραγματική αναπνοή συνιστούν υποθετικό λόγο του μη πραγματικού.

εκεί που πάω να σε συνηθίσω
εκεί που πάω να σε συνηθίσω
σε χάνω

Γεμίζω την πένα και γεμίζω σελίδες με αυτήν την κουβέντα. Τα γράμματά μου αγριεύουν, σηκώνουν κύματα, μαύρα.

εκεί που πάω να σε συνηθίσω
εκεί που πάω να σε συνηθίσω
σε χάνω

Ενορχηστρώνω με μαύρη μελάνη σε κίτρινα χαρτιά.

εκεί που πάω να σε συνηθίσω
εκεί που πάω να σε συνηθίσω
σε χάνω.

Τρίτη, Οκτωβρίου 10, 2006

"στα δεκαεφτά..."

Νύχτα οκλαδόν στο παράθυρο. Καμουφλαρισμένη βροχή και γυμνά παράπονα. Όπως παιδιού. Χωρίς καμία έλλογη επεξεργασία. Μη μ’ αρχίσεις τις νουθεσίες, άμα ήθελα μπορούσα και μόνη μου. Σβηστό το πισι, το ραδιόφωνο. Η βροχή. Οκλαδόν δίπλα στο παράθυρο. Στο πατάκι του γάτου. Ταράζει το σπίτι, τρίζουν τα παράθυρα, χτυπάνε πόρτες, κάποιος προσπαθεί να ανοίξει, από μέσα, από έξω, δεν καταλαβαίνω. Οκλαδόν στο παράθυρο. Κάποιος θέλει να μπει ή κάποιος να φύγει, δεν καταλαβαίνω. Δεν κάνω καμία ερώτηση. Καμιά ευχή, κανά δυο παράπονα, σ’ αυτά μένω. Μην αρχίσεις τη γκρίνια, λέμε, άμα θέλω μπορώ και μόνη μου.

Κάποιος θέλει να κοιμηθεί, να ξεκουράσει το σώμα του, πέφτει στο ξέστρωτο κρεβάτι μου. Ξυπνάει μετά από λίγο, βουβό παράπονο από τον πόνο. Αργεί να φέξει. Μ’ αρέσουν τα παράθυρα όταν τα βλέπεις οριζόντια. Άμα πλαγιάσεις το κεφάλι. Αγκαλιά με τα γόνατα, δίπλα στο παράθυρο. Αλλά αργεί να φέξει. Στο πατάκι του γάτου. Η σκηνοθεσία της νύχτας. Φαιδρή μα δεδομένη. Στο κίτρινο φως του πορτατίφ. Στοίχημα. Η φωνή της Δήμου μου πετάει δυο-τρεις στέρεες ατάκες από το υποσυνείδητο, βαριά και σίγουρα. Δεν τις επαναλαμβάνω. Σα να μου πέφτουν υπερβολικά τελεσίδικες για τα μέτρα των δισταγμών μου. Σα να γυρεύω μια πιο μεσοβέζικη κατάσταση. Σα να ξαφνιάζομαι που δυο τρία από αυτά νιώθω πως είναι αλήθεια, μένω να διερευνώ αν είναι μόνο μέρος της σκηνοθεσίας. Δείχνω να φοβάμαι μήπως είναι, η αλήθεια είναι πως φοβάμαι μήπως δεν είναι. Κλειδιά και γιατί αφημένα στο χωλ.

Τρίτη, Οκτωβρίου 03, 2006

"...στις δώδεκα και πέντε...





υ.γ.: η γυναίκα που καπνίζει από εδώ