<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\x3d6653848\x26blogName\x3dLes+soucis+graves\x26publishMode\x3dPUBLISH_MODE_BLOGSPOT\x26navbarType\x3dSILVER\x26layoutType\x3dCLASSIC\x26searchRoot\x3dhttp://lessoucisgraves.blogspot.com/search\x26blogLocale\x3del\x26v\x3d2\x26homepageUrl\x3dhttp://lessoucisgraves.blogspot.com/\x26vt\x3d-231987818664759897', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>

Παρασκευή, Ιανουαρίου 29, 2010

"...just go passing me by..."

Τετάρτη, Ιανουαρίου 27, 2010

"απ'τα γόνατα"

Ήμουν καλή στο μάθημα της λογοτεχνίας. Πάνε χρόνια από το σχολείο. Κοντά δεκαετία. Ξέχασα πώς απαντάν μιαν ερώτηση.
Σήμερα πήγα κι έγραψα τα μισά απ'όσα έπρεπε.
Έμεινα να παίζω με τις λέξεις, να μεταφέρω την αίσθηση, όχι τα στοιχεία, έμεινα να παίζω με τις λέξεις, να αλαζονεύω ηδέως.
Πίσω ξεκουραζόταν ένα ολόκληρο σώμα νοημάτων ανέγγιχτο. Εμμένοντας στη γοητεία έμεινα πάλι εκτός θέματος.
Η Αντουανέτα και το παντεσπάνι της.
Το ίδιο κάνω και στη ζωή. Κάποια πίστη στη γοητεία με καθησυχάζει να ποντάρω εκεί κι εκείνη να με βγάλει σε στέρεο έδαφος.
Όμως κάπως έτσι βγαίνεις από το θέμα. Όχι από το νερό. Για την ακρίβεια δεν έχεις καθόλου νόημα. Κενός νοήματος. Η καταφρόνια του Ντεκάρτ.
Εσύ και η ατμόσφαιρά σου. Και η εντελέχεια απέναντι. Κι άντε μετρηθείτε τις μικρές ώρες.

Κυριακή, Ιανουαρίου 24, 2010

ἡ θάλασσα οὐκ ἔστιν ἔτι




ΙΑ'

Ἡ θάλασσα ποὺ ὀνομάζουν γαλήνη
πλεούμενα κι ἄσπρα πανιὰ
μπάτης ἀπὸ τὰ πεῦκα καὶ τ᾿ Ὄρος τῆς Αἴγινας
λαχανιασμένη ἀνάσα·
τὸ δέρμα σου γλιστροῦσε στὸ δέρμα της
εὔκολο καὶ ζεστὸ
σκέψη σχεδὸν ἀκάμωτη κι ἀμέσως ξεχασμένη.

Μὰ στὰ ρηχὰ
ἕνα καμακωμένο χταπόδι τίναξε μελάνι
καὶ στὸ βυθὸ -
ἂν συλλογιζόσουν ὡς ποῦ τελειώνουν τὰ ὄμορφα νησιά.

Σὲ κοίταζα μ᾿ ὅλο τὸ φῶς καὶ τὸ σκοτάδι ποὺ ἔχω.


Γ.Σεφέρης, Τρία κρυφά ποιήματα

Τρίτη, Ιανουαρίου 19, 2010

"και από ρο..."

Όταν πρωτάκουσα τη Μάρθα να λέει αυτό το κομμάτι, σκέφτηκα πως θα έπρεπε διεκπεραιωτικά να μπει στο πρόγραμμα, πως ίσως φωνάζει η αποστασιοποίηση σε μια πιο χαβαλεδιάρικη ίσως εκδοχή του, ως ένα μικρό σνομπίστικο ίσως σχόλιο στην υπερβολική κραουνακική εκφορά. Το άκουσα λάηβ, στο ράδιο. Μετά ήρθε εκείνη η κραυγή στο τέλος:





Τη Μάρθα την αγαπώ γιατί φιλάει τις λέξεις και τις αποστέλνει. Γιατί ντύνεται όλους τους δυνατούς ρόλους των φιλιών πριν τα δώσει για να φύγουν , απ'του Ιούδα ως της ερωμένης κι απ'του φονιά ως της μάνας, και δεν τη νοιάζει που φεύγουν, μόνο να εξασφαλίζει ότι κουβαλάνε το σωστό ρόλο για να φτάσουν στα σίγουρα, σωστά κι ακριβοδίκαια. Την έχω ακούσει να λέει τη γυφτοπούλα του Μπάτη όλο τσακίσματα και φιοριτούρες σε ένα συγκλονιστικό θρήνο που χρόνια μετά μετατράπηκε σε ένα σπαρακτικό μονόλογο, δωρικό και στακάτο. Την αγαπώ γιατί όταν τραγουδάει με πείθει πως δεν είναι για φιγούρα και γιατί την έχω δει να τραγουδάει με φόρμες και αθλητικά και είναι η ίδια μάνα-γη που εκβάλλει στον κόσμο. Όχι σαν κάτι στυλιζαρισμένες καρικατούρες που πιάνουν με τα βρώμικα χέρια τους το Χατζιδάκι μου και τον φτύνουν φθόγγο το φθόγγο φέρνοντας αναγούλα. Τη Μάρθα την αγαπώ, γιατί κάποτε μου 'χε πει κοπελιά, αν έχεις κάτι να πεις, θα πρέπει να το πεις έτσι που να ακουστεί, γιατί διαφορετικά αντί για σένα θα ακουστεί κάποιος άλλος που δεν έχει κάτι να πει και το κρίμα στο λαιμό σου. Την αγαπώ κι ας είμαι βέβαιη πως δε θα αναγνώριζε τη φάτσα μου στο δρόμο ούτε μία στο εκατομμύριο. Την πρωτοάκουσα το καλοκαίρι του 2004. Και δεν είναι ούτε μια φορά που να μη μ' έκανε να κλαίω.


Οι ζωές των γύρω μου επιμερίζονται σε λειτουργικές ενότητες συμβάντων προς περαιτέρω προαγωγή της πλοκής. Εμένα η ζωή μου ούτε επιμερίζεται ούτε λειτουργεί ούτε προχωρά- τελεία. Δεν είναι τέτοια η φτιασιά της.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 06, 2010

"ahora..."



"It has snowed for more than 40 hours in Montreal since Lhasa's departure."

Σάββατο, Ιανουαρίου 02, 2010

"into the waters once more"

Η Μάρθα θα έλεγε πως η εξαργύρωση του προσωπικού βιώματος επί σκηνής συνιστά εκπόρνευση. Ή κάτι τέτοιο. Εγώ τελειώνω με το μεγάλο περίπατο του Πέτρου. Δεν ήταν και τόσο μεγάλος εν τέλει εκτός αν το παιδί μετά την αντίσταση μετονομάστηκε σε θείο και καταπιάστηκε με την εικασία του Γκόλντμπαχ. Διαβάζω βιβλία για παιδιά. Απλές ιστορίες με αρχή, μέση και τέλος, αλληλουχίες πράξεων με ξεκάθαρη συνοχή παράλληλα με ένα χρόνο που σέρνει τα ποδάρια του χωρίς καμία τύψη. Κάποτε έρχονται ιδιόμορφα σημεία να ταράξουν κάτι, κάποιον, ίσως αυξανομένης της αναγραφομένης, ενδεδειγμένης ηλικίας. “Χριστούγεννα, Πάσχα, ψεύτης ντουνιάς, να κοροϊδευόμαστε, παιδί μου”.
Ναι, αλλά πώς, γιαγιά;