<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\x3d6653848\x26blogName\x3dLes+soucis+graves\x26publishMode\x3dPUBLISH_MODE_BLOGSPOT\x26navbarType\x3dSILVER\x26layoutType\x3dCLASSIC\x26searchRoot\x3dhttp://lessoucisgraves.blogspot.com/search\x26blogLocale\x3del\x26v\x3d2\x26homepageUrl\x3dhttp://lessoucisgraves.blogspot.com/\x26vt\x3d-231987818664759897', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 27, 2006

"...έχουν σφραγίσει απ' έξω"

Κάποιος έχει στρογγυλοκαθίσει στο στέρνο μου. Ανασηκώνεται κι ανακουφίζομαι παροδικά, καθώς εισπνέω βαθειά, κι, όταν εκπνέω, πάλι με καταπλακώνει.

Μ’ αρέσει που το στέρνο με το στερνό παίζουν με μία οξεία. Κι ένας οξύτατος σαδισμός ακονίζει τις καρφίτσες μέσα στον αγκώνα καθώς το μολύβι σχεδιάζει.

Ένα ανοιξιάτικο λιβάδι, το κεφάλι σου στα πόδια μου, υπάρχουν χίλιοι τρόποι να αρπάξει ο χειμώνας τη μέρα, ισημερία, το κεφάλι μου στα χέρια μου.

Πώς η αίσθηση ότι θα χαθούν όλα προϋποθέτει πως όλα βρίσκονται μέσα στα χέρια σου. Στα χέρια μου. Μια γεύση θεόπικρη..

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 24, 2006

"είμαι μαγνητοταινία διάτρητη από παράνομη σιωπή"


Σάββατο, Σεπτεμβρίου 16, 2006

"...χαφιές θα μου γίνει κι αυτός."

Η άμμος είναι υγρή όπως ο αέρας. Τα παιχνίδια της ατάκας με τους ξένους με περιχαρακώνουν, τελώντας εν είδη χαριστικής βολής, ότι, δηλαδή, άμα μας τελειώσει ασφυκτικά ο έξω αέρας, δε θα μας νοιάζει το χώμα που σωρεύεται μέσα τελεσίδικα. Θέλω να διεκδικήσω με τα νύχια και τα δόντια το δικαίωμα μου να σιωπώ όταν νιώθω τον οισοφάγο μου κλειδωμένο. Μου είναι εντελώς απαραίτητο. Κι ο άλλος απέναντι να καταλαβαίνει, να ανασαίνει αθόρυβα, να κατανοεί σιωπή.

Χαζεύω καρτ ποστάλ από την Πράγα. Είναι το μόνο που έχω από την Πράγα, έξω από ένα ξύλινο γουρούνι δώρο της Ι. κι ένα τραγούδι τραγουδισμένο από την Πασπαλά στα φτηνά τσιγάρα. Λέγαμε από παιδιά με τη Γ. πώς θέλαμε να πάμε. Αμέ, «τί χρώμα;» που έλεγε και ο Μ.. Ωραίος ο Μ.. Τον ήθελε η Γ.. Εγώ; Τίποτα. Την Πράγα κι ένα κασμιρένιο παλτό. Τότε. Τώρα δε μου φτάνουν αλλά ούτε τα έχω κιόλας. Τώρα έχω ένα μήνα να τηλεφωνήσω στη Γ. και είναι κιόλας λίγο σε σχέση με το προηγούμενο διάστημα της απομάκρυνσής μας. Και δεν ξέρει τι με παιδεύει. Ούτε κι εγώ για κείνη φυσικά. Η ζωή που σκαρώναμε πιτσιρίκια μας σκοτώνει βίαια δια της παροντικής της απουσίας. Η φίλη μου η Θ. μας κάλεσε στις χαρές της τα Χριστούγεννα στο χωριό. Πέρασε η ώρα. Φεύγω απ’ το σπίτι δίχως να έχω κάπου να πάω, αυτός ο τόπος δεν έχει ούτε μια τόση δα γωνιά για μένα, η μοναξιά φοβάται μόνο τον άνθρωπο δίπλα σου και στην Πράγα δε με περιμένει απολύτως τίποτα.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 06, 2006

"...βρέστε μου, βρέστε μου ένα μπαρ..."

Χθες έπεσα πάνω στο Γιώργο. Εντάξει δεν έπεσα πάνω του, απλά πέρασε από μπροστά μου, αν είχα πέσει πάνω του, θα είχα καταλάβει αμέσως πως ήταν αυτός. Ψηλός, με μαύρο ατσαλάκωτο παντελόνι και μαύρο πουκάμισο. Κοντοκουρεμένος, χωρίς τις καστανές μπουκλίτσες που παρασέρνονταν από το μέτρο της μουσικής του. Έξω από το ξεβαμμένο του τζην με τα μάλμπορο στην κωλότσεπη και το άσπρο του φανελάκι. Χωρίς τα οβάλ του γυαλάκια. Με μια δασκαλική δερμάτινη τσάντα στον ώμο, σκέφτηκα πως θα κάνει πιάνο σε κάποιο ωδείο, μπορεί και να σπουδάζει έξω, πέρασε από μπροστά μου δυο φορές χωρίς να με θυμηθεί, λογικό μου φάνηκε, ούτε εγώ τον αναγνώρισα με την πρώτη. Με τη δεύτερη μόνο. Τον σκέφτηκα να ξεψυχάει στο σκαμνί και κατάλαβα ποιος ήταν και κόλλησε σαν κοτρώνα η μπουκίτσα στον οισοφάγο. Σε μια πλακόστρωτη γωνιά… πόσο πολύ έχω αλλάξει από τότε, Γιώργο. Δε θα το φανταζόσουν, αν υποθέσουμε πως υπήρχα σε μια σκονισμένη άκρη της μνήμης σου. «Έλα, ρε, γιατί δεν πας να του μιλήσεις;» , «ε…; τί…; τί είπες…;». Έστριψε, τί να του πω.

Θα κλάψετε άραγε που σας αφήνω;
Θα κλάψετε άραγε αν χαθώ;
Στη Συννεφιά. Και στον καπνό._

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 03, 2006

"without them with a hole in her heart"

Προσπαθώ μέρες να σκαρώσω για το μυαλό μου ένα παραμύθι αισιόδοξο και να βουτήξω. Κάτι που να μπορεί να σταθεί από μόνο του και να μου δίνει το χέρι να σηκωθώ όταν πέφτω. Να με βοηθά να μην αθετώ την υπόσχεσή μου ότι δε θα ξαναμιλήσω για τα ίδια, τα τριμμένα μου μανίκια που ξέφτισαν. Μια βαθειά, σταθερή και αδιασάλευτη λύπη. Ήσυχη και κάθε άλλο παρά φιλόδοξη. Σα να έχουν όλα χαθεί και να μην περιμένω τίποτα. Όχι από απουσία επιθυμίας, αλλά από μια αίσθηση πως δεν υπάρχει πια τίποτα. Δε λέω ότι δεν υπάρχει τίποτα, μιλάω για την αίσθηση μόνο. Γιατί μέσα σ’ αυτή ζω. Δίχως καμία βεβαιότητα για τη μη ύπαρξη αλλά και καμία υποψία για την ύπαρξη. Αυτού του κάποιου που λέει ο Κώστας ότι δε φοβάσαι να τον ξυπνήσεις όταν κοιμάται δίπλα σου όσο ξαγρυπνάς στο πλάι του. Και πολλών άλλων που, αν είχα τα κότσια να τα φανταστώ, θα τα ‘θελα κιόλας, αλλά προς το παρόν νιώθω πως έχουν πάψει να υπάρχουν. Που συνοψίζονται άδικα σ’ αυτή την αίσθηση της παγωμένης λίμνης που καταστάλαξε μέσα μου. Κι έχω παγώσει ολόκληρη μέσα κι έξω. Κι όπου κι αν κόψεις δε στάζει σταγόνα, γιατί έχει παγώσει. Κι ο πάγος καίει.

Η φιλοσοφία της βδομάδας λέει πως ο έρωτας είναι σαν ένα τραγούδι που ακούς στο ραδιόφωνο τυχαία το πρωί πριν φύγεις απ’ τη δουλειά. Και σου κάθεται κάπως και όλο το σιγομουρμουρίζεις παραποιώντας τη μελωδία του και τα στιχάκια κι όλο λες, μα τί έλεγε, τί έλεγε εκεί, και πού θα το βρω και σε ποιο δίσκο να ‘ναι και ποιος να ‘χει αυτό το δίσκο και το θέλω τώρα και πού θα βρω να το κατεβάσω αμέσως και πάρε να ρωτήσεις στο ραδιόφωνο και ψάξε στο δίκτυο. Και ένα άλλο ωραίο πρωί το βάζεις και παίζει έχοντας το πια στην κατοχή σου και λες τί μαλακίες λέει και α, έτσι πήγαινε, τί βλακεία και το βαρέθηκα αμέσως ,τζάμπα το ψάξιμο, βγάλ’ το.

Η φιλοσοφία δεν έχει καμία σχέση με το θέμα μας και αυτό δεν έχει καμία σχέση με το τραγούδι της φιλοσοφίας. Σύμφωνοι;

______
υ.γ.: ευχαριστώ στο Αναστασάκι
για το κομμάτι και όχι μόνο