<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\x3d6653848\x26blogName\x3dLes+soucis+graves\x26publishMode\x3dPUBLISH_MODE_BLOGSPOT\x26navbarType\x3dSILVER\x26layoutType\x3dCLASSIC\x26searchRoot\x3dhttp://lessoucisgraves.blogspot.com/search\x26blogLocale\x3del\x26v\x3d2\x26homepageUrl\x3dhttp://lessoucisgraves.blogspot.com/\x26vt\x3d-231987818664759897', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>

Δευτέρα, Ιουνίου 27, 2005

"...δίχως μια στάλα στοργή..."

Είμαι ένα καθυστερημένο παιδάκι που δεν έχει συνέρθει ακόμη από το σοκ της γέννας του.
Που φοβάται τους ανθρώπους που δεν καταλαβαίνουν τους φόβους του.
Που ντρέπεται που δεν έμαθε να μιλάει για να εξηγεί.
Που δεν ήταν αρκετά μοναχοπαίδι για να μπορεί να γκρινιάζει ακατάπαυστα και όμως όλα να φτιάχνουν μέσα στην αγκαλιά της μάνας του.
Οι νύχτες μου είναι ανώμαλος δρόμος και οι λακκούβες του γεμάτες ελληνικό. Μέτριο, βαρύ και καϊμακλίδικο.
Άμα πονάνε τα πόδια μου, κλείνω τα μάτια.
Αλλά δεν πιάνει πάντα.
Και πάντα φοβάμαι.
Το ξέρω, δεν είμαι εύκολος άνθρωπος.
Αλλά δε με διευκολύνει και κανείς μια στάλα.

Τετάρτη, Ιουνίου 22, 2005

"...όμοιο εγώ διαζευκτικό..."

Το αίμα που χάνεις σου κόβει τα πόδια. Το αίμα από το αίμα σου όμως όταν χάνεται σ’ αδειάζει. Οι παράξενες νομοτέλειες σε χτυπάνε στα μούτρα. Τις δέχεσαι, αλλά μετά από τέτοιο χτύπημα το όλο παιχνίδι έγκειται στο να γεννήσεις με κάποιον τρόπο (a.k.a. Θεός) την ενέργεια που θα βάλει πάλι το σκελετό σου στη σωστή διάταξη για να παλέψεις. Όρθιος. Ούτε ταπεινωμένος ούτε αλαζόνας. Αλλά όρθιος. Με δική σου απόφαση και δύναμη.

Αυτή τη στιγμή σκέφτομαι διάφορα πράγματα, θέλω άλλα τόσα. Ή μάλλον θα ήθελα.
«Πώς να κάνω να βάλω σε κάποια τάξη τους ανονόμαστους πλανήτες και τις εκρήξεις αυτοκτονημένων αστεριών.»
Θα γίνει κι αυτό. Θα κάνουμε τα πάντα, υπόσχομαι.

Εν τω μεταξύ, μια μέρα μετά τη μεγαλύτερη μέρα του χρόνου εμείς γυρεύουμε χημειοθεραπευτικό κέντρο σα ζευγαράκια που ψάχνουν ειδυλλιακό ξενοδοχείο για το μήνα του μέλιτος.

Θέλω τόσο πολύ ένα τσιγάρο.

Κυριακή, Ιουνίου 19, 2005

"...κι αφήνουν κατακάθια..."

Έπεσα να κοιμηθώ με τα μαλλιά δεμένα και ξύπνησα μες στο χειμώνα.
Παγωμένη μέσα κι έξω με τη μνήμη από το άγγιγμά σου να μου φέρνει αναγούλα.
Πρώτη φορά καταφέρνω και αρθρώνω τέτοιο λόγο.
Ναι, αναγούλα, σιχαίνομαι. Εμένα, εσένα και τον καιρό που λέκιασα.
Την ορμή μου, που δε λογάριασε ότι τα δεκαοχτώ μου χρόνια δε θα επέστρεφαν ποτέ για να ξοδευτούν όπως τους έπρεπε.
Χρόνια που κύλησαν μέσα από τα χέρια μου.
Δε φύγαν, εγώ τα ‘δωσα. Σε τί;
Σε ό, τι συνεχίζω να τα δίνω.

Κόλλησαν τα πόδια μου σε υγρό μπετό και δε λέω να κουνήσω.
Ένα χέρι κάποιος; Όχι χείρα βοηθείας, χείρα σφαλιάρας…

«…να πω τραγούδια θλιβερά και παραπονεμένα.»

Οι μπάμπες απ’ τον Παρακάλαμο μοιρολογάνε με τα μάτια κλειστά και τα πρόσωπα χαρακωμένα. Ανεβαίνουν στη σκηνή, μετράνε τον άνεμο, ζυγιάζονται με τον αέρα και βαστιούνται απ’ τους ώμους να κρατάει η μία την άλλη. Σε πραγματικό χώρο και χρόνο, σε πραγματική διάσταση, που μπορείς να την πιάσεις με τα χέρια σου γυμνά. Φωνές που ανοίγουν το δρόμο τους μες στον αέρα, μία μία στην αρχή, κάπου πριν ξεχυθούν και πάρουν το δρόμο να φύγουν ενώνονται γροθιά, τσαμπουκαλεμένη οδύνη. Κύματα από υλικό αλήθειας, απροσποίητης και ανεπιτήδευτης. Τις κοιτάμε απορημένοι. «Σας περιμένω όλους στα μέρη μου. Καλά να φυώ. Τόσους που έθαψα.» λέει η κυρα-Φρόσω. Ύστερα σηκώνει το λεβεντανάστημά της και μας γυροφέρνει έναν συρτό με το δεξί της χέρι να χαϊδεύει τον αέρα. 83ών ετών. Το περασμένο Σάββατο στο θέατρο Πέτρας έγινε ένα γλέντι.

Παρασκευή, Ιουνίου 17, 2005

"το γιαταγάνι της φθοράς σαν τύψη και σαν ενοχή..."

Δεν καταλαβαίνω γιατί με το που έσκασε μύτη ο Ιούνης όλοι οι ραδιοφωνικοί παραγωγοί άρχισαν να ανδριανομπαμπαλίζουν χοροπηδώντας με κάθε χαζοχαρούμενο τραγουδάκι που τους έρχεται στη γκλάβα ή με κάθε μεγάλο, ανυπεράσπιστο τραγούδι που έχει δολοφονηθεί από την προσάρτηση ενός μοιραίου-θανατηφόρου μπιτακίου που δε δηλώνει παρά υπέρμετρη σύγχυση.
Παραμυθιαζόμαστε αυτοβούλως.

Ξέρετε, το καλοκαιράκι δε φοράνε όλα τα κοριτσάκια κοντά, πορτοκαλί φουστανάκια.
Ίσως πάλι απλά να έχω εγώ πολλά γκάζια.
Αλλά την ώρα που έπαιζε:
«χόρεψε, μωρό μου, χόρεψε,
ήρθ' η καρδιά μου να χτυπήσει παλαμάκια»
δεν ήταν ένα ωραίο καλοκαιρινό απόγεμα.

Πέμπτη, Ιουνίου 16, 2005

"κι αυτός που πόνεσε πολύ γίνεται βράχος για ν'αντέχει.."

Η γιαγιά έφυγε σφαίρα για την εκκλησία χωρίς να προλάβει να μου πει πού πάει.
Και στου Θεού τ'αυτί, γιαγιά, να φυλάει....

Τρίτη, Ιουνίου 14, 2005

14-6

Τα γενέθλια της Αθηνούλας μου πέφτουν Τρίτη φέτο :D.
I almost forgot.

"...τα σινεμά κλειστά..."

Με συνέθλιψες ανάμεσα σε δυο γιορτές και δυο κινητά τηλέφωνα που δεν μπόρεσαν να ενωθούν από εκείνο το τηλεφώνημα λόγω υπερβολικού θορύβου.
Ξέρεις πόσα χρόνια πάνε?
Μόνο τα καλοκαίρια να μετρήσεις, η σούμα θα παραβγεί μεγάλη για μια τόσο μικρή ζωή. Σαν τη δική μου.
Η Αρετή είναι η αθέατη ηρωίδα ενός ανέκδοτου μυθιστορήματος.
Κυριολεξία είναι αυτό, δεν πρόκειται για κάποιο λεκτικό τέχνασμα.
Η Αρετή είναι η ηρωίδα ενός ήρωα που πρόκειται να σκοτώσω.
Και αυτό το τέχνασμα πολύ θα ‘θελα να πετύχει.

Σάββατο, Ιουνίου 11, 2005

"ποιος μάγκας σ'έχει φτύσει και μου γνέφεις...;"

Θα ήθελα πολύ να έχω ένα κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι μου. Δυστυχέστατα, το δωμάτιό μου είναι αρκετά μικρό κι έτσι όπως είναι τοποθετημένο το κρεβάτι ένα κομοδίνο θα καθιστούσε αδύνατη την ταυτόχρονη διάβαση δύο ατόμων από το συγκεκριμένο χώρο.
Διερευνώ την πιθανότητα δυο βλέφαρα να είναι κλειδωμένα και, ωστόσο, τα μάτια που κρύβονται από πίσω να κλαίνε.
Επίσης έχω να διατυπώσω το εξής θεμελιώδες ερώτημα: με τί χρώμα ζωγραφίζουν τα δάκρυα?
Η Α. μου έλεγε πάντα πόσο ωραία ζωγραφίζω το γράμμα «ξ»ξυράφι, ξέφτι, ξανά…
Εγώ λέω άλλη φορά να σκέφτομαι, προτού τ’ ανοίξω. Όσο πιο σπάνια, τόσο και πιο αληθινά. Και τις παπαριές λέω να τις ξεχάσω. Να μη στεναχωριέμαι και τσάμπα. Μα βέβαια…. Να τις ξεχάσω… Μα πώς το ξέχασα…?

το χάσιμο-memo (draft)

Να μου θυμίσει κάποιος να μην ανεβάσω αύριο το Μαθιό στην Πέτρα με κεφάλι φίσκα στα μποφώρ από βότκα.
Εντάξει, εμένα με χαλάει ούτως ή άλλως, αλλά οι ανυποψίαστοι που θα διακόψουν την πορεία μου τί φταίνε.
Προσπαθώ μέρες να πω για τη συναυλία. Έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία απ'όσο μπορεί να της προσδώσει η γενικότερη αποδιοργάνωσή μου.
Αλλά δεν μπορώ. Ας είναι.

Τρίτη, Ιουνίου 07, 2005

"μέσα στη δίψα είναι όλο το νερο"

-τί ακούς εκεί?
-να,άκου... γαμώ τα κομμάτια.
-ναι,το ξέρω.
-ναι,καλά,πες μας ότι το λες κιόλας.
-αμέ.


*όλα αυτά βέβαια ουδεμία σχέση φέρουν με αληθινά πρόσωπα ή καταστάσεις,
εξ'άλλου η αλήθεια είναι κάτι το πολύ σχετικό και η αιτιοκρατία όχι πάντοτε ευνοική.

Τετάρτη, Ιουνίου 01, 2005

«αλμυρό μαργαριτάρι, αίμα του καλοκαιριού…»

Μπορώ πλέον να λέω με άνεση ότι η προοπτική των πόθων, παρελθοντικών και μελλούμενων, με πανικοβάλλει. Οι πολύπλοκες, νυχτερινές συλλογιστικές για τους προσωπικούς μου τοίχους μ’ έχουν εξαντλήσει, υπάρχουν, ξέρεις, κι άλλοι άνθρωποι σε αυτόν τον κόσμο, κοριτσάκι, έξω από εσένα.

Βλέπω πάλι εκείνο το άγριο κύμα να έρχεται κατά πάνω μου δίχως τίποτε και κανέναν στ’ ανάμεσό μας να το ημερέψει πριν σκάσει στο σώμα μου.

Γράφω αυτές τις μέρες με πολύ σκληρό μολύβι, 8H. Γραμμή αχνή που αύριο θα ‘χει σβηστεί. Ο μυικός πόνος στον δεξιό αγκώνα μου θυμίζει νυχτέρια άλλων καιρών που τα χρόνια τα ταπείνωσαν χωρίς καμία δυσκολία. Τα γράμματά μου αύριο θα ‘χουν σβηστεί αλλά η γραφή θα έχει μείνει σκαλισμένη στα επόμενα φύλλα, ανάγλυφη. Αν ποτέ θελήσεις να τη σκιάσεις, ρίχνεις πάνω λίγο τριμμένο κάρβουνο, πασαλείβεις τη σελίδα κι εμφανίζεται κάθε παλιά κουβέντα. Ακριβώς όπως εγώ. Ταπεινωμένη. Χωρίς να με νοιάζει.

«Δίχως να με νοιάζει με τα πόδια μου γυμνά
στη λεωφόρο που όλοι σπάζουνε γυαλιά,
στη λεωφόρο που όλοι σπάνε τον καθρέφτη τους γυαλιά
και περιμένουν.»

Κι εγώ περιμένω. Εκείνο το κύμα.
Δεν το προσμένω δηλαδή, αλλά θα με χτυπήσει,
διακόπτω την πορεία του, δε γίνεται αλλιώς.
Μάθε τη γλώσσα της σιωπής κι έλα πες μου «καλό καλοκαίρι».