<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\x3d6653848\x26blogName\x3dLes+soucis+graves\x26publishMode\x3dPUBLISH_MODE_BLOGSPOT\x26navbarType\x3dSILVER\x26layoutType\x3dCLASSIC\x26searchRoot\x3dhttp://lessoucisgraves.blogspot.com/search\x26blogLocale\x3del\x26v\x3d2\x26homepageUrl\x3dhttp://lessoucisgraves.blogspot.com/\x26vt\x3d-231987818664759897', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 30, 2004

"...και τ'ασήμι τους..."

Στην κατηφοριά του Πράσινου Λόφου οι λεύκες που στέκονται στα δύο πεζοδρόμια σμίγουν όπως στα ψέμματα. Πριν γδυθούν τα κίτρινα φύλλα τους, που δε θυμίζουν σε τίποτα τις ασημένιες τους παλάμες του καλοκαιριού, κλέβουν τα μάτια σου καθώς κατεβαίνεις φρεναριστός και χαζεύεις σα μωρό. Όπως στα παραμύθια. Βρέχει κιόλας.
Που λες, πρόσφατα ανακάλυψα ότι αγαπάω τη σοκολάτα βιενουά, αν και απεχθάνομαι τη σαντιγί.
Έχω την εντύπωση ότι η σοκολάτα που χρησιμοποιούν όταν την φτιάχνουν είναι πιο πικρή. Είναι λιγότερο ζαχαρωτή ή και λιγότερο γαλατερή από την άλλη που φτιάχνει την κανονική σοκολάτα. Βέβαια, η φωνή της λογικής θα αντέτεινε ότι μετά από 2-3 κουταλιές σαντιγί τα πάντα σου φαίνονται πικρά ή τουλάχιστον πιο πικρά. Ή, αν το πάρεις αλλιώς, μπορείς να πεις, αν θες, ότι, για να είναι κάτιτις αρκετά πικρό, πρέπει να προηγηθεί κάτι από αρκούντως εώς υπέρμετρα γλυκύ. Αντίστροφα…κάθετί γλυκό ακολουθείται από κάτι πικρό και σόι πάει το βασίλειο…
Επίσης, Αθηνούλα, τα γεννητούρια του Χριστούλη μας μου χάρισαν μια γλυκιά γαλήνη τόσο απλά όσο απλός είναι ο λευκός σταυρούλης που μου χάρισες για να με φυλάει.
Τέλος, να μην ξεχάσω την επόμενη φορά που θα ξαναπάω στην Πετρούπολη να μην ξαναφάω πίτα του Μεξικάνου,
να μην ξαναφέρω αντίρρηση στη μαμά μου για το ποια είναι η καλή μεριά και ποια η ανάποδη στα κεντήματά της,
να μη φοράω τακούνι όταν κάποιος άλλος τετράχρονος Γιάννης στους 60 πόντους μου κάνει πρόταση γάμου
και να κάνω με την πρώτη ευκαιρία μήνυση στην ΙΟΝ γιατί έχω βάσιμες υποψίες-στα 3 σοκολατάκια είμαι ακόμη- ότι –άκουσον, άκουσον!-κάποιου είδους παρέμβαση έχουν κάμει στις νουαζέτες…

Και εις άλλα…

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 15, 2004

Απόψε είναι η τελευταία σου ευκαιρία να με σώσεις.
Διαφορετικά μ' έχασες. Όμως καλά να πάθεις.
Σου αξίζει. Εγώ μ'έχω χασει από καιρό.
Καιρός ήταν να με χάσεις κι εσύ.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 11, 2004

"...now the stars, they are all angled wrong..."


Λειψυδρία στα μάτια. Κανένα εσωτερικό αντίκρισμα.

Σκέψη, καρδιά και σώμα έπαψαν προ πολλού να συνεργάζονται.
Ζητάω πολλά. Και δεν μπορώ να σταματήσω να τα ζητάω.
Και δεν μπορώ να τα δίνω. Ούτε να τα παίρνω. Οι συναλλαγές πάγωσαν.
Δίχως νόημα, παλιά χρέη που δεν παραγράφονται καμώνονται τα ξεχασμένα.
Σα να ήταν τα κόκκινα φεγγάρια των Αυγούστων να τα ξεπληρώσουν όλα.
Σα να ‘χε κάψει η ζέστη όλα τα πειστήρια του εγκλήματος κι έπειτα, επειδή της είχε μείνει λίγη θέρμη ακόμη, είπε να βάλει φωτιά και στο φεγγάρι, να το γιορτάσει.
Σαδιστικές εκφράσεις ζωγραφισμένες σε άχρωμα μάτια «εκτελεσμένων ρομαντικών» που εξέδωσαν την πρώτη τους αγάπη με διχτυωτές κάλτσες και ψεύτικες βλεφαρίδες στην αγκαλιά του πλουσιότερου περαστικού.
Αυτοκίνητα που περνούν ασυναίσθητα κάτω από μπαλκόνια με κλειστά παντζούρια.
Σώματα που δε δίνουν πλέον κανένα σημείο ζωής σε ένδειξη διαμαρτυρίας,
Φόβοι…
Κι ενοχές, ενοχές, ενοχές…
Λάφυρα από αγώνες: ποιος θα πονέσει πιο πολύ το θύμα του κι έπειτα το δικό του τομάρι…
Θέλω να κλάψω μέσα σ' ένα φλυτζάνι καφέ.
Δε με κρατάει τίποτα εδώ
κι οι όρκοι που δόθηκαν για να σωθεί ό,τι έμοιαζε πολύτιμο σαν πέτρες δεμένες στους αστραγάλους.
Θέλω να φύγω.
Η μνήμη εκείνου του πόθου για ζωή, η γεύση από κείνο το φιλόδοξο μεράκι που έσβησε άδοξα προτού του δοθεί η ευκαιρία να αποδείξει αν άξιζε τίποτα, με μαστιγώνει με βλέμμα ικανοποίησης.
Γουστάρω λίγη αλήθεια. Λίγη.
Αλλά όχι τη δική μου. Αυτή δεν πείθει πια ούτε εμένα.

Είναι κάτι νύχτες που στάζουν ερημιά
που στάζεις σαν υγρασία απ’ το ταβάνι
και δεν είναι ούτε ένα καρφί να καρφωθείς να πιαστείς…

____
31/8

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 06, 2004

"...την ώρα που γεννιόμουνα..."

Κρατάς με την παλάμη τα χείλη να χαθούν τα δάκρυα μέσα στα δάχτυλα.
Μόνη, άδεια και νηφάλια.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 01, 2004

Η αδερφή μου μ’ έβαλε σε σκέψεις, αφού μετά από πολλά στενάχωρα καταλήξαμε στο ότι εγώ πολύ ευκολότερα από εκείνη μπορώ να κάμω τον καραγκιόζη μέσα σε μια παρέα. Εκείνη, λέει, από την άλλη, έχει μέσα της κάτι που «δεν εννοεί ν’ αστειευτεί διόλου», παρ’ όλα τα γελοία μέσα που επιστρατεύω εγώ και άλλοι του συναφιού μου για να μας σκάσει ένα χαμόγελο.

Εκείνη δεν μπορεί και τόσο πολύ εύκολα να χαμογελάσει. Με ρωτάει τι εντύπωση δίνει σε κάποιον άγνωστο. Της εξηγώ. Πως είναι περισσότερο θλιμμένη παρά χαμογελαστή. Δυσανασχετεί. Είναι άσχημο να το ακούς. Όμως δεν είναι εύκολο να χαμογελάς ειλικρινά.

Είμαι ένας μίζερος άνθρωπος που πολύ συχνά βγαίνει απ’ το σπίτι αποφασισμένος να ματώσει τους γύρω του για να τους δώσει να καταλάβουν πόσο θεόκλειστα είναι τα ρολά του. Μάταια. Ο φράχτης του παρτεριού που έχω φυτρώσει παραβιάζεται πανεύκολα από κάτι χαμόγελα- δραπέτες που παραπλανούν τη σκοτεινιά μου μπροστά σε κάθε φωτεινό ενδεχόμενο. Έπειτα αρχίζουν οι αδέξιες προσεγγίσεις κι όλες οι τούμπες που κάνουν οι άνθρωποι της ράτσας μου για να τους πουν, στην καλύτερη των περιπτώσεων, ότι έχουν χιούμορ. Έτσι είναι όμως.

Οι λύπες μας είναι πολλές και οι χαρές μας μετρημένες. Δεν γνωρίζω αν αυτό είναι νομοτέλεια. Είμαι από κείνους μάλλον που δε συναινούν στο ότι ο κόσμος μας είναι μία κόλαση σε βαθμό τέτοιο, που να είναι απόλυτα φυσικό ο ψυχισμός μας να πνίγεται στα μαύρα πηγάδια. Απ’ την άλλη πάλι, θεωρώ καθ’ όλα βέβαιο το ότι η χαρά* από μόνη της δεν έχει απολύτως τίποτα να πει, καθώς, απλούστατα, δεν μπορεί να υπάρξει.
«Είναι μακρύς, μακρύς μακρύς ο δρόμος...»

Τι να κάνουμε τώρα; Αυτό δεν αλλάζει. Προσπαθήστε να μας χαμογελάτε λίγο περισσότερο γιατί αυτό το παιχνιδάκι «σε τραβώ, με τραβάς για να δούμε ποιος θα ρίξει ποιον» δεν έχει καθόλου πλάκα. Βάλτε το στην ημερήσια διάταξη: «αύριο που θα βγω απ’ το σπίτι κι ώσπου να μπω στο μετρό, θα χαρίσω 5 χαμόγελα…»
Κι άμα δείτε να σας παίρνουν στο ψιλό… χαμογελάστε τους.

*...το Χαρά δεν είναι υπέροχο όνομα για" πάρτυ με συμβολισμούς"?