<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\x3d6653848\x26blogName\x3dLes+soucis+graves\x26publishMode\x3dPUBLISH_MODE_BLOGSPOT\x26navbarType\x3dSILVER\x26layoutType\x3dCLASSIC\x26searchRoot\x3dhttp://lessoucisgraves.blogspot.com/search\x26blogLocale\x3del\x26v\x3d2\x26homepageUrl\x3dhttp://lessoucisgraves.blogspot.com/\x26vt\x3d-231987818664759897', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>

Τετάρτη, Μαρτίου 29, 2006

"...βυζάκια έξω, λοιπόν..."

Θλίβομαι όταν ένας άνθρωπος την διανόησης και της τέχνης –προσπαθεί να με πείσει ότι- πείθεται πως «όσοι είναι μόνοι χτίζουνε τα παλάτια τους στο χιόνι». Όπως θλίβομαι στη θέα μιας ξανθιάς, μεσήλικης γυναίκας που κρώζει «όλα» αγγλιστί με το χαμένο potential στην πλάτη της. Όπως με θλίβει το παράδειγμα ενός μεγάλου αθλητή που παίρνει μέρος σε στημένους αγώνες για το χρήμα και όπως θλίβεται ένας μαθητής όταν ο δάσκαλός του ξεμπροστιάζεται μπροστά στα μάτια μου. Ο πρώτος θα μου πει ότι δεν διεκδίκησε τη θέση κανενός μεσσία και θα νίψει τας χείρας του, η δεύτερη θα μου πει ότι αυτό ξέρει να κάνει και θα βάλει λαμέ, ο τρίτος δεν είχε να φάει και το 'ριξε στο στοίχημα και ο μαθητής δε θα ξέρει από πού να φυλάξει την καρδούλα του. Τί κρίμα, ε;

υ.γ1.: Θλίψη ίσαμε τον κορεσμό και την διεκδίκηση του ζωτικού αέρα. Επί τέλους.
υ.γ2.: Αφού γίνονται και σπουδαία πράγματα ,ρε γαμώτο, γιατί να εμμένουμε να κολυμπάμε στα σκατά? Γιατί,μαμά?
(Γιατί "περιμένουμε πώς και πώς" τη νέα δουλειά της Μαρίας Λούκα και η δουλειά του θανάση έπαιξε για μια-δυο μέρες στα ραδιόφωνα, όσο είχαν δηλαδή τα κομμάτια σε αποκλειστικότητα, προτού κυκλοφορήσει ο δίσκος? Λέω εγώ τώρα...ένα παράδειγμα.)
υ.γ3.:Το παρόν δεν αφορμάται ούτε από τα αρίων ούτε από τα παπαρίων ούτε από τα αχρείων.
υ.γ4.: ναι, είναι πολύ απολαυστικό το υστερόγραφο να είναι μεγαλύτερο από το γράμμα.
υ.γ5.: "αυτόν το λογαριασμό στο τέλος ποιος τον πληρώνει;"

Δευτέρα, Μαρτίου 27, 2006

"...μασ' τα και φύγε, φίλε μου..."

Είχα σκοπό να φτιάξω ένα κειμενάκι για το πόσο εκνευρίζομαι με τον τρόπο που αντιμετωπίζουν τα παραδοσιακά τραγούδια και τα ρεμπέτικα σε γιορτές και επετείους και πώς το βλέπω εγώ και άλλα πολύ πολύ σοβαρά, αλλά, επειδή δε μου βγήκε και χθες μπήκαμε στο αντίθετο ρεύμα για να φάμε παγωτό στο Φάληρο...εεε...στη Γλυφάδα μάλλον, υπόσχομαι ενώπιον όλων τα λερωμένα, τ' άπλυτα να μην τα ξαναπλύνω...Σοβαρά μιλάω.

υ.γ.: βανίλια Μαδαγασκάρης, αράπικο λουλούδι μαγικό, όνειρό μου μεθυστικό...μεεέ...θυστικοοό...

Παρασκευή, Μαρτίου 24, 2006

προς περαιτέρω απενοχοποίηση των εμμονών...


οι μέρες φεύγουν από μόνες τους

"...προσμέναμε μια βλόγηση..."

Κάθε φορά μες στην Άνοιξη χάνω τη μπάλα με το χρόνο. Δεν μπορώ να τοποθετήσω τίποτα στη σωστή του ημερομηνία. Άμα περνάει και το Πάσχα τα ‘χω τόσο χαμένα που νομίζω ότι φάγαμε βασιλόπιτα τις Απόκριες. Σα να μηδενίζει κάτι από τα ζόρια του Νοέμβρη για να ξεκινήσουμε από την αρχή τον Απρίλη και να παρακαλάμε πάλι λιγωμένοι από τον ήλιο τέλη Αυγούστου να ‘ρθει Δεκέμβρης. Λάθος, δε μηδενίζει, απλά πατάς χειμώνας mode off και εγκαινιάζεις ένα καινούριο παράλληλο σύμπαν, ανοιξιατικο-καλοκαιρινό… σχετικά παρεμφερές και παραδόξως αυτόνομο κάθε χρόνο εκ νέου…
Προχθές αναρωτιόμουν ανώφελα ποιανής εξεταστικής μάθημα έκαψα πηγαίνοντας στο g-fest και χθες βράδυ είδα στον ύπνο μου ότι κοιμόμουν στην άμμο κάτω από το μπαλκόνι μας στη Σίφνο για να αφήσω, λέει, τα παιδιά μόνα τους. Κάπου εκεί έρχεται και το σοκ με τα γενέθλια που αυξάνουν και πληθαίνουν και γενικά πέφτει πολύ food for thought, αλλά μόνο for thought, γιατί έχει παίξει και σαφάρι εντός περιόδου εκπτώσεων για αγορά τζην που κατέληξε με σάουντρακ το «δε χωράς πουθενά, δε χωράς πουθενά» και συνεπώς έχει αρχίσει στα σίγουρα και δίαιτα. Δηλαδή δύσκολη φάση. Φάση άνοιξη έξω ή έξω άνοιξη. Φάση αργεί να νυχτώσει έξω ή έξω αργεί να νυχτώσει.
Είμαι, λέει, απαισιόδοξη, γιατί δεν πιστεύω ότι αύριο τα πράγματα θα αλλάξουν, ότι όλα θα πάνε όπως πρέπει. Δεν έχω αρκετή εμπιστοσύνη. Είμαι ανυπόμονη για το αύριο και αχάριστη για το χθες. Αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι καθόλου έτσι. Όσο κωλόπαιδο κι αν είσαι, δεν μπορείς ούτε να προεξοφλείς το χθες ούτε να πενθείς το αύριο, αυτά αργά ή γρήγορα είναι passé, τετριμμένα, δευτερεύοντα, κάποια στιγμή είναι φανερό πως το μεγάλο ζόρι είναι στο τώρα, η μεγάλη αγωνία είναι ότι οι στιγμές δεν τυποποιούνται και οι ευκαιρίες χάνονται και κερδίζονται με την ταχύτητα του χρόνου. Ότι στην τελική το χθες και το αύριο θα πουλήσουν μέχρι να σε ξεπουλήσουν. Και δεν είμαι σίγουρη ούτε για το πόσο απόλυτη είναι αυτή η ταχύτητα ούτε για τον αν έχει κανείς γεννηθεί με προορισμό να ξεπουληθεί από τα χθες και τα αύριο. Τώρα πάντως η νύχτα αργεί λίγο παραπάνω και δεν έχει ακόμη νυχτώσει.

υ.γ.:Με ρώτησε τις προάλλες ο Π. αν θυμόμουν τι έκανα την πρωτοχρονιά του 2000 και, ναι, θυμόμουν ξεκάθαρα ότι χόρευα στο καρναβάλι στο χωριό με 30 πόντους χιόνι. Καταλήγω λοιπόν, κατόπιν ενδελεχούς σκέψεως ότι το τώρα είναι πολύ ...πολύ... Ε...;

Παρασκευή, Μαρτίου 17, 2006

"..., γλυκό πουλί μου,..."

Λίγο σουρεάλ και πολύ αξιοπρεπής. Θα δείχνω. Θα νομίσουν και θα ‘χουν λάθος και στα δύο. Καρικατούρα. Σα στοίχημα σε παιχνίδι που δεν προβλέπεται κερδισμένος θα ‘χεις κρεμαστεί από τα μαλλιά μου και θα σε σέρνω. Ή απ’ τα σκουλαρίκια. Είναι τελείως προσωπικό, καθόλου απρόσωπο. Αλλά μην το πάρεις στραβά, δεν αφορά το δικό σου πρόσωπο. Έχουμε ήδη πάρει το δρόμο που κυκλώνει γύρω γύρω το νησί ίσαμε την εκκλησία. Δρόμος από χώμα εσύ μπροστά κι εγώ πίσω, να πνίγομαι προ τετελεσμένου για το ατελές.
Το μωρό που γέννησα ήταν αγόρι και δε μου έμοιαζε. Και το κουβαλούσα σε χωμάτινο δρόμο σαν αυτούς που τρέχουν οι ψηλές μηχανές με τα πλαστικά μέρη. Και του ‘λεγα για τις ιδιότητες του χρόνου που επηρεάζουν την αιτιοκρατία. Αυτές που δεν ξέρουμε και δεν ξέρουμε αν υπάρχουν. Λαχτάρα.
Φωσφορικοί ωροδείκτες θα σαρώνουν πανικόβλητοι φωσφορικές πίστες. Σε κάποιο άλλο σύστημα. Που δε θα ηρεμεί παρανοϊκά τα βράδια που διαδέχονται τις καταπονημένες μέρες. Που δε θλίβεται βαθειά και αταλάντευτα, σχεδόν πρόθυμα, λόγω ιδίου βάρους. Καθόλου ιδανικά, καθόλου ιδεαλιστικά. Θα κλείσω το ξυπνητήρι, να χαθούν κι όλοι οι ονειροκρίτες να νομίζω πως έχω κάτι ανάμεσα στα χέρια μου. Σήμερα εδώ.

Πέμπτη, Μαρτίου 09, 2006

"...πολλές φορές προσπάθησα μα αυτά τα γαμημένα..."

Αγόρασα ωτοασπίδες και κοιμάμαι πλέον μια χαρά. Δεν ακούω τη βροχή αλλά το πρωί ξυπνάω και αυτό σημαίνει πως έχω κοιμηθεί. Χωρίς να κρύβω τα ξυπνητήρια κάτω από τα στρώματα και μέσα στα ντουλάπια μην ακούω τα δευτερόλεπτα. Οι περιοδικοί ήχοι με οδηγούν στην παράνοια.
Αγόρασα πλέον ωτοασπίδες και κοιμάμαι μια χαρά χωρίς να χρειάζομαι τη βροχή για νανουρητό. Αυτό σημαίνει ότι δεν απολαμβάνω τον ήχο της, όμως κοιμάμαι˙ ότι κοιμάμαι, όμως δεν την ακούω.

Δε χωράς πουθενά πάει να πει έχεις κάτι που τα δεδομένα δεν το χωράνε. Πάει να πει παίρνεις το καπέλο σου και φεύγεις για το εκεί που θα φτιάξεις για να σε χωράει. Τότε φεύγεις για νίκη. Κι είναι αλλιώς.
Δε χωράς τίποτα είναι άλλο πράμα. Είναι ο τρύπιος κουβάς που του ρίχνουν μέσα κι αυτός είναι όλο άδειος. Που, κι αν τον μπάζουν μέσα χαριστικά, πάντα καταφέρνει να απολυθεί. Τότε φεύγεις μαθαίνοντας να είσαι λίγος.

"...έρχεται κρύο..."

Όταν οι άνθρωποι μακραίνουν δε φταίει ο καιρός. Ούτε οι άνθρωποι.
Δεν ξέρω πώς γίνεται, αλλά γίνεται.

Τρίτη, Μαρτίου 07, 2006

"..μ' απρόσμενα σαφώς ταχυδρομεία.."


"μ’ αρέσουν κάτι βλέμματα που πάλεψαν με θέματα,
αγάπη, λησμονιά και προδοσία"

Πέμπτη, Μαρτίου 02, 2006

"...και το βράδυ που πέφτει ολοένα..."

Θέλω ένα μπλοκ σε μέγεθος Α5, με κιτρινισμένα φύλλα, χωρίς γραμμές και με σπιράλ αλουμινένιο στη μικρή του διάσταση (δηλ, από πάνω).
Το Φάληρο κάτω από τη σκόνη είναι σαν αεροδρόμιο και το Μεταξουργείο το μεσημέρι λουσμένο χαρά θεού.
Η αγαπημένη μου φωνή μου θυμίζει έντονα τη φωνή της μάνας μου και αντίστροφα. «Θάλασσα, τους θαλασσινούς, θαλασσάκι μου…»… τί σχέση μπορεί να είχε με τους θαλασσινούς η μάνα;
Θα πάω πάντως κάποτε. Στον τόπο τον άχωρο και τον άχρονο που γεννήθηκε ο Γραμματικάκης. Λέει υπάρχει. Παραμυθάς είναι, παραμύθια λέει. Τον πιστεύω. Δεν έχω τίποτα να χάσω. Κι αφού δε θα υπάρχει χρόνος, για έναν λόγο παραπάνω δε θα ‘χω τίποτα να χάσω. Ούτε τόσο δα.
Ε, ναι. Φυσικά και άνοιξη μπαίνει. Δεν είπα εγώ το αντίθετο.