<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\x3d6653848\x26blogName\x3dLes+soucis+graves\x26publishMode\x3dPUBLISH_MODE_BLOGSPOT\x26navbarType\x3dSILVER\x26layoutType\x3dCLASSIC\x26searchRoot\x3dhttp://lessoucisgraves.blogspot.com/search\x26blogLocale\x3del\x26v\x3d2\x26homepageUrl\x3dhttp://lessoucisgraves.blogspot.com/\x26vt\x3d-231987818664759897', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>

Πέμπτη, Μαρτίου 20, 2008

Κάθε βράδυ βλέπω κάποια ταινία που με κάνει και κλαίω. Έπειτα, καθώς τα μάτια τρέχουν, τρέχω να προλάβω τα αισθήματα που ξεχύνονται, γιατί φοβάμαι πως σιγά σιγά παύω να αισθάνομαι ειλικρινά. Ζέστη, μονάχα επίπλαστη, μονάχα στα ψέματα. Ύστερα πρέπει να κλείσω τα παραθυρόφυλλα. Η ησυχία, η ύπαρξη, ταπεινωμένη στο ακατάδεχτο προσκέφαλο.

Κυριακή, Μαρτίου 16, 2008

"all the dolls i had took my leather off..."

Ξεκολλημένες καρδιές. Ένα πιτσιρίκι κουτάβι μέσα στις χούφτες μου, ίσα που τις πληροί. Νεογέννητο με συμπυκνωμένη στα μάτια την ψυχή που δε μιλάει. Με κοιτά κι ύστερα χάνεται. Ξένη, κάτοικος ξενοδοχείου στην πλατεία της Ομόνοιας. Κοιτάζω την κίνηση κάτω με βάση του κάδρου τη φωτεινή κουπαστή του μπαλκονιού. Σε γυρεύω όλο αγωνία με το διαπασών της κλήσης στο αυτί μου και την ανακούφιση του αναπάντητου σε δεύτερο πλάνο. Να ‘ρθεις να με βρεις. Να ‘ρθεις να με βρω. Μια ιστορία κανονική, με αρχή, μέση και τέλος. Θέλω. Στο λύκειο είχαμε για την έκθεση κονσέρβες προλόγους και επιλόγους και το δύσκολο ήταν το κυρίως θέμα. Το θέμα. Τώρα λείπει η αρχή και το τέλος. Αυτοσχεδιασμός φουλ. Επί του θέματος ή εκτός. Εξαντλητικός. Και τα κονσερβοποιημένα αποθέματα επιβίωσης εξαντλημένα. Δηλαδή δεν έχω ούτε πρόλογο, δεν ξέρω από πού να σε πιάσω. Κι από επιλόγους, κάτι δειλές τελετές λήξης που αυτοϋπονομεύονται χωρίς να καταφέρνουν να κομίσουν εκείνο που ευαγγελίζονται. Κοιτάζω χωρίς να κοιτάζω, αν μου πεις ‘τί είδες’ θα σε κοιτάξω σα να μην κοίταζα και σα να μη σε κοιτάζω ή μπορεί και όχι, γιατί μπορεί και να σε κοίταζα χωρίς να σε κοιτάζω, ενώ ήσουν εκεί κι ας μην ήσουν. . _ .

Κυριακή, Μαρτίου 09, 2008

"απόψε φοβάμαι πολύ...




Παρασκευή, Μαρτίου 07, 2008

Γ.Σ., Κηφισιά, 7 Σεπτέμβρη 1926

Γραφω ὅπως ἀνοίγει κανεὶς τὶς φλέβες του.
Γράφω γιὰ νὰ ἀναβάλω μιὰν ὁμολογία. Κάθε γραφὴ πρέπει νὰ ἦταν γιὰ μένα κάτι σὰν τὴν ἀναστολὴ μίας ποινῆς.
Κανένας δὲν ὁμολογεῖ, γιατί δὲν μπορεῖ νὰ τὸ θέλει. Ἡ πιὸ δυνατὴ θέληση σταματᾶ στὸ σύνορό της οὐσιαστικῆς ὁμολογίας.
Ώ, νὰ πεθαίνει κανείς…
Αἰσθάνομαι ἄρρωστος, δὲν μπορῶ νὰ κυβερνήσω τὴν καρδιά μου, τὴν σκέψη μου -μόλις τὴν ἔκφρασή μου. Δὲν ξέρω πιὰ τί ν’ ἀγαπήσω, τί νὰ θαυμάσω.
Εἶμαι ἕνα ἄρρωστο ζῶο. Ἄδολη θλίψη.

"sad here with ourselves in between us..."

"The kettle's on, the sun has gone, another day.
She offers me, Tibetan tea, on a flower tray.
She's at the door, she wants to score, she really needs to say

I loved you a long time ago, you know
where the wind's own 'forget-me-nots' blow
but I just couldn't let myself go
not knowing what on earth there was to know

But i wish that I had 'cause I 'm feeling so sad
that I never had one of your children
when across the room, inside a tomb, a chance is waxed and waned
the night is young why are we so hung-up in each other's chains?

I must take her, I must make her, while the dove domains
and feel the juice run as she flies
run my wings under her sighs
as the flames of enternity rise
to lick us with the first born lash of dawn.

Oh, really, my dear, I can't see what we fear,
sad here with ourselves in between us.



And at the door, we can't say more, than just another day.
Without a sound, I turn around, and I walk away."


φωτο: Edward Steichen